Δημοσιεύσεις > Γνωμοδοτήσεις
Η συνταγματικότητα της κατάσχεσης φωνογραφημάτων που έχουν παραχθεί κατά παράβαση ρήτρας αποκλειστικής φωνογραφίας
Γνωμοδότηση, Δίκαιο Επιχειρήσεων και Εταιριών, τ. 7 (2001), σ. 232-234.

Γιώργος Παπαδημητρίου
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών


Ι.

Στην ελληνική, αλλά και την διεθνή πρακτική, είναι συνήθης η σύναψη σύμβασης αποκλειστικής φωνογραφίας μεταξύ παραγωγών φωνογραφημάτων (φωνογραφικές εταιρείες - εφεξής "εταιρείες") και τραγουδιστών. Αντικείμενό της είναι η παραχώρηση από τον τραγουδιστή στην εταιρεία, κατ' αποκλειστικότητα και για ορισμένη χρονική διάρκεια, του δικαιώματος για εγγραφή ερμηνειών του σε υλικό φορέα ήχου προς αναπαραγωγή της και θέση σε κυκλοφορία των προϊόντων της.

Η ενλόγω σύμβαση δεν αποκλείει βέβαια την εκδήλωση καλλιτεχνικής (και κερδοσκοπικής) δραστηριότητας του τραγουδιστή με άλλες μορφές. Αντιθέτως, είναι συνήθης ιδίως η εμφάνιση των τραγουδιστών σε κέντρα διασκεδάσεως, η διενέργεια συναυλιών, η συμμετοχή τους σε προγράμματα ψυχαγωγικού χαρακτήρα ραδιοτηλεοπτικών σταθμών κ.ο.κ.

Έτσι, η σύμβαση αποκλειστικής φωνογραφίας αποτελεί μία μόνο εκδήλωση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας των τραγουδιστών και ένα μόνο από περισσότερα μέσα πορισμού εισοδήματος από αυτήν. Δεν συνιστά, δηλαδή, ούτε το μοναδικό τρόπο καλλιτεχνικής έκφρασης και δημιουργίας του τραγουδιστή ούτε την αποκλειστική διέξοδο για την ικανοποίηση των βιοτικών αναγκών του. Είναι προφανές ότι η φωνογραφία, στο πλαίσιο τόσο της επαγγελματικής όσο και της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του τραγουδιστή, έχει "στιγμιαίο" χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι διαρκεί ορισμένες μόνον ώρες μιας ημέρας αλλά βέβαια και όσο χρόνο απαιτείται για την προετοιμασία της εγγραφής.

Τα προαναφερθέντα αποτελούν επίρρωση της διαπίστωσης ότι η σύμβαση εταιρείας και τραγουδιστή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση, εν όψει του περιεχομένου της, να χαρακτηρισθεί σύμβαση εργασίας. Αντιθέτως, συνιστά ειδική σύμβαση έργου, με τυποποιημένο μάλιστα περιεχόμενο και αποσκοπεί στην επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος: την αποτύπωση της ερμηνείας του τραγουδιστή σε υλικό φορέα με σκοπό την εμπορική εκμετάλλευση (πρβλ. Κ. Ρόκα, Σύμβασις μισθώσεως υπηρεσιών και σύμβασις εξηρτημένης εργασίας. Αθέμιτος Ανταγωνισμός, ΕΕμπΔ, τ. 12 (1961), σ. 116 επ., Λ. Κοτσίρη, Νομική φύση σύμβασης αποκλειστικής φωνοληψίας. Παρακίνηση για αθέτηση σύμβασης ως αθέμιτη παρεμποδιστική συμπεριφορά ανταγωνιστή, ΕΕμπΔ, τ. 41 (2000), σ. 639 επ.).


ΙΙ.

Ο τραγουδιστής Α αθέτησε τη συναφθείσα με την φωνογραφική εταιρεία Β σύμβαση αποκλειστικής φωνογραφίας, συνάπτοντας νέα σύμβαση με παρεμφερές περιεχόμενο με την εταιρεία Γ, ανταγωνίστρια της Β. Η Β προσέφυγε στη δικαιοσύνη με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας να απαγορευθεί αφενός η κυκλοφορία του υλικού φορέα ήχου που ηχογράφησε ο Α σε εκτέλεση της σύμβασής του με την Γ και αφετέρου η συνέχιση της συνεργασίας του Α με τη Γ.


ΙΙΙ.

Ενόψει των ανωτέρω ερωτάται: εάν α) ο εξαναγκασμός του τραγουδιστή να συνεχίσει τη σχέση αποκλειστικής συνεργασίας με την πρώτη εταιρεία για το συμβατικώς καθορισμένο χρονικό διάστημα, και β) η απαγόρευση κυκλοφορίας των φωνογραφημάτων που ηχογραφεί σε εκτέλεση της σύμβασής του με την δεύτερη εταιρεία αντίκεινται τυχόν σε δικαιώματα που προστατεύει το Σύνταγμα και τα οποία θα ήταν ενπροκειμένω δυνατόν να τριτενεργήσουν.
Επίσης ερωτάται με ποιους όρους θα ήταν δυνατόν να παρασχεθεί στην πρώτη εταιρεία αποτελεσματική δικαστική προστασία, ιδίως στην προσωρινή της μορφή.


IV.

Η σύμβαση φωνοληψίας που συνάπτει τραγουδιστής με εταιρεία σχετίζεται με ορισμένα δικαιώματα που προστατεύει το Σύνταγμα και τα οποία θα ήταν δυνατόν να αναπτύξουν εδώ τριτενέργεια. Τούτο είναι εύλογο, καθώς η διαλεκτική σχέση που συνέχει τα θεμελιώδη δικαιώματα εξηγεί πειστικά όχι μόνο την αλληλεξάρτησή τους, αλλά και την προοπτική να επεκτείνουν τη λειτουργία τους και σε σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. (Πρβλ. σχετικά Γ. Κασιμάτη, Το ζήτημα της τριτενέργειας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ΤοΣ, τ.7 (1981), σ. 1 επ., Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό δίκαιο. Τόμος Γ΄. Θεμελιώδη δικαιώματα, 1988, σ. 181 επ., Αρ. Μάνεση, Ατομικές ελευθερίες, δ΄έκδ., 1982, σ. 48-54, Τ. Ηλιοπούλου-Στράγγα, Η "τριτενέργεια" των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του Συντάγματος 1975, 1990, σ. 27 επ., 49 επ., Γ. Παπαδημητρίου, Η τριτενέργεια των ατομικών δικαιωμάτων σήμερα, Υπεράσπιση, τ. 6 (1996), σ. 211 επ.).

Ενπρώτοις, μπορεί να υποστηριχθεί ότι η σύμβαση φωνοληψίας αποτελεί εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της καλλιτεχνικής δημιουργίας (άρθρο 16 παρ. 1 Συντ.). Το ενλόγω δικαίωμα κατοχυρώνει τόσο την ελευθερία δημιουργίας έργων τέχνης όσο και την κυκλοφορία τους (Δ. Κόρσου, Η ελευθερία της τέχνης, της επιστημονικής έρευνας και της διδασκαλίας κατά το σχέδιον του νέου Συντάγματος, ΕΔΔΔ, τ. 19 (1975), σ. 119 επ., Πρ. Δαγτόγλου, Συνταγματικό δίκαιο. Ατομικά δικαιώματα, 1991, σ. 656 επ., Σ. Βλαχόπουλου, Η ελευθερία της τέχνης, Δικαιώματα του Ανθρώπου, τ. 1 (1999), σ. 73 επ., Γ. Θεοδόση, Η ελευθερία της τέχνης, 2000, σ. 34 επ.,). Ο εξαναγκασμός συνεπώς σε καλλιτεχνική εργασία, αλλά και η επιβολή μη εύλογων ή πολύ περισσότερο βέβαια υπέρμετρων περιορισμών στην ελευθερία σύναψης συμβάσεων με σκοπό την παραγωγή έργων τέχνης αντίκεινται στο Σύνταγμα.

Ενπροκειμένω όμως, ο τραγουδιστής επιλέγει, συνήθως ύστερα από έρευνα της φωνογραφικής αγοράς και σοβαρές διαπραγματεύσεις, να συνάψει υπό συγκεκριμένους όρους σύμβαση με την συγκεκριμένη εταιρεία. Ο συμβατικός αυτός αυτοπεριορισμός και η ανάληψη υποχρεώσεων αποτελούν έκφραση της ελευθερίας της τέχνης, αφού ο τραγουδιστής συμφωνεί ελευθέρως για τους όρους και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιθυμεί να συνεργασθεί με την εταιρεία. Ενόψει τούτων, η συμβατική δέσμευσή του και το αίτημα της εταιρείας να εμμείνει σε αυτήν είναι συμβατή με την ελευθερία της τέχνης, εκτός οριακών περιπτώσεων μη εύλογης ή υπέρμετρης δέσμευσης ή ιδιαιτέρως επαχθών όρων.

Πρέπει, εξάλλου, να επισημανθεί ότι η παραγωγή του καλλιτεχνικού έργου, δηλαδή η εγγραφή της ερμηνείας στον υλικό φορέα, δεν αποτελεί για τον τραγουδιστή μόνο καλλιτεχνική έκφραση αλλά και πηγή απόκτησης του εισοδήματός του. Η σύμβαση φωνοληψίας συνιστά, επομένως, ενόψει της δομής και της λειτουργίας της αγοράς έργων "φωνητικής" τέχνης, εκδήλωση της επαγγελματικής ελευθερίας, ως ειδικότερης μορφής της οικονομικής ελευθερίας και της συμμετοχής στην οικονομική ζωή. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται στα άρθρα 5 παρ. 1 και 3 Συντ. (Ν. Ρόκα, Η επίδρασις του νέου Συντάγματος επί του εμπορικού δικαίου, στο έργο: Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου, 1976, σ. 41-42, Γ. Παπαδημητρίου, Η μετάθεση δικηγόρου και η συνταγματική προστασία της επαγγελματικής ελευθερίας, Το Σ, τ. 6 (1980), σ. 146 επ., ιδίως 148 επ., Αρ. Μάνεση, όπ.π., σ. 162 επ.). Το Σύνταγμα κατοχυρώνει λοιπόν τόσο την ελευθερία επιλογής και ανεμπόδιστης άσκησης επαγγέλματος όσο και την ελευθερία διαμόρφωσης και ειδικότερου καθορισμού των όρων άσκησης του συναφούς επαγγέλματος.

Εξάλλου, τόσο η επιλογή και άσκηση επαγγέλματος όσο και η καλλιτεχνική δημιουργία και έκφραση αποτελούν εκφράσεις της ανθρώπινης προσωπικότητας, ως εκδηλώσεις του ανθρώπου ως έλλογου και εξατομικευμένου όντος. Υπό το πρίσμα αυτό, κατοχυρώνονται και από το άρθρο 5 παρ. 1 Συντ. που διασφαλίζει την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας και τη συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας (βλ. σχετικά Αρ. Μάνεση, όπ.π., σ. 114 επ., Πρ. Δαγτόγλου, όπ.π., σ. 1142 επ.).

H συνταγματική κατοχύρωση της οικονομικής ελευθερίας καθώς και της ελευθερίας άσκησης κερδοσκοπικού επαγγέλματος και σύναψης συμβάσεων δεν συνεπάγεται ότι αυτές δεν ευρίσκουν όρια. Ενπρώτοις, αυτές υπόκεινται εγκύρως σε συμβατικό περιορισμό, ιδίως ενόψει του γεγονότος ότι η άσκησή τους συνίσταται ακριβώς σε αυτοδέσμευση του υποκειμένου τους (πρβλ. ΑΠ. 1285/1984, ΕΕργΔ, τ. 44 (1985), σ. 575). Επιπλέον, οι ελευθερίες αυτές δεν μπορούν να ασκούνται κατά τρόπο προφανώς καταχρηστικό (πρβλ. άρθρο 25 παρ. 3 Συντ.) ή κατά τρόπο αντιβαίνοντα στα χρηστά ήθη (έτσι ορθά η μειοψηφία στην ΟλΑΠ 3/1998, ΔΕΝ, τ. 54 (1998), σ. 948).

Αντιστοίχως, η εταιρεία ενεργοποιείται στην αγορά κατά τη διαπραγμάτευση με τον τραγουδιστή και τη σύναψη της σχετικής σύμβασης και ασκεί κερδοσκοπική δραστηριότητα. Η συμμετοχή της στην οικονομική ζωή της χώρας συνιστά έτσι άσκηση της, κατοχυρωμένης από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, οικονομικής ελευθερίας, η οποία εξασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και την επιδίωξη κέρδους στο πλαίσιο της ιδιωτικής αυτονομίας και υπό τους όρους της ισχύουσας νομοθεσίας (Ν. Ρόκα, όπ.π., σ. 40-41, Αθ. Λιακόπουλου, Η οικονομική ελευθερία αντικείμενο προστασίας στο δίκαιο του ανταγωνισμού, 1981, σ. 66 επ., 87 επ., Πρ. Δαγτόγλου, όπ.π., σ. 988 επ., Αρ. Μάνεση, όπ.π., σ. 151 επ.,). Είναι προφανές επομένως ότι και η εταιρεία, συνάπτοντας τη σχετική σύμβαση φωνογραφίας, ασκεί προστατευόμενη από το Σύνταγμα δραστηριότητα, η οποία αποτελεί εκδήλωση της οικονομικής της ελευθερίας.


V.

Από τα προαναφερθέντα προκύπτει με σαφήνεια η στενή και διαλεκτική αλληλεξάρτηση των δικαιωμάτων της εταιρείας και του τραγουδιστή. Η σύναψη της σύμβασης φωνογραφίας και η ανάληψη των εκατέρωθεν υποχρεώσεων αποτελούν άσκηση δικαιωμάτων, με ίδια μάλιστα ενπολλοίς βάση: οικονομική ελευθερία - επαγγελματική ελευθερία. Σύγκρουση δικαιωμάτων στη σχέση εταιρείας - τραγουδιστή θα μπορούσε έτσι να αποκτήσει ενδεχομένως επικαιρότητα μόνο ανάμεσα στα δύο αυτά δικαιώματα.

Η σύμβαση φωνογραφίας, η οποία ισοδυναμεί με την άσκηση των προμνησθέντων δικαιωμάτων, συναιρεί κατά κανόνα τα δύο αυτά δικαιώματα και επιτρέπει την εναρμόνιση και την παράλληλη ισόρροπη άσκησή τους. Η σύμβαση συνιστά αυτοδέσμευση στο πλαίσιο της άσκησης από κάθε μέρος ελευθερίας, με καθορισμό των όρων συνεργασίας και των προϋποθέσεων αποδέσμευσης από αυτήν.
Ενπροκειμένω προβάλλουν δηλαδή δύο ισόκυρα δικαιώματα, τα οποία σταθμιζόμενα συναιρούνται στην εκάστοτε σύμβαση, χωρίς να καταλείπεται πεδίο για τυχόν τριτενέργεια δικαιωμάτων. Παρόμοια προβληματική θα μπορούσε να ανακύψει μόνο σε ακραίες εκδοχές συμβατικής δέσμευσης, οπότε δεν θα υπήρχε συναίρεση αλλά σύγκρουση που θα στοιχειοθετούσε την παραβίαση ενός από τα δύο τριτενεργούντα δικαιώματα. Υπό τις παρούσες περιστάσεις είναι έτσι ανεπίτρεπτη όχι μόνον η επίκληση συνταγματικών διατάξεων για θεμελίωση ευθειών αξιώσεων, αλλά και η αξιοποίησή τους ερμηνευτικά για την νοηματοδότηση διατάξεων της κοινής νομοθεσίας.


VI.

Στο άρθρο 20 παρ. 1 Συντ. ορίζεται: "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει". Περαιτέρω, στο άρθρο 6 παρ. 1 εδ. 1 της ΕΣΔΑ προβλέπεται: "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων συνάγεται το θεμελιώδες (δικονομικό) δικαίωμα της παροχής δικαστικής προστασίας, της πρόσβασης δηλαδή σε δικαστήριο και της δίκαιης κρίσης από αυτό (Γ. Μητσόπουλου, Η επίδρασις του Συντάγματος επί της Πολιτικής Δικονομίας, στο έργο: Η επίδρασις του Συντάγματος του 1975 επί του ιδιωτικού και επί του δημοσίου δικαίου, 1976, σ. 61-62, Κ. Μπέης, Τα Συνταγματικά θεμέλια της δικαστικής προστασίας, Αφιέρωμα εις Γ. Οικονομόπουλον, 1981, σ. 195 επ., Γ. Παπαδημητρίου, Η συνταγματική καθιέρωση της δικαστικής προστασίας, Δ, τ. 13 (1982), σ. 594 επ., Μ. Στασινόπουλου, Το δικαίωμα υπερασπίσεως των πολιτών κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος του 1975, ΕΔΔΔ, τ. 32 (1988), σ. 5 επ., Χ. Χρυσανθάκη, Ζητήματα δικαστικής προστασίας υπό το φως της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ΕΔΔΔ, τ. 36 (1992), σ. 30 επ., Πρ. Δαγτόγλου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, 1994, σ. 43 επ.).

Η παρεχόμενη δικαστική προστασία πρέπει να είναι πάντως αποτελεσματική, να παρέχεται δηλαδή σε χρόνο και με τρόπο που εξασφαλίζουν ότι ο δικαιούχος της προστασίας δεν έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη. Η πραγμάτωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης δικαστικής προστασίας προϋποθέτει, συνεπώς, τη δυνατότητα σε πρώτη φάση λήψης των πρόσφορων προληπτικών ή ασφαλιστικών μέτρων. Χωρίς άλλωστε τη δυνατότητα προσωρινής εξασφάλισης του επίδικου δικαιώματος, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας κινδυνεύει συχνά να μείνει χωρίς αντικείμενο.

Στην περίπτωση της σύμβασης φωνογραφίας, η εταιρεία μπορεί να προσφύγει σε δικαστήριο για να διαπιστωθεί εάν ο τραγουδιστής επιτρέπεται να αθετεί τους όρους της σύμβασής του και να συνάψει σύμβαση με άλλη εταιρεία. Η δικαίωσή της δεν θα είχε όμως νόημα εάν, εωσότου κριθεί το ζήτημα, ο τραγουδιστής προβαίνει σε εγγραφές ερμηνειών του με τη νέα εταιρεία. Ο λόγος είναι προφανής. Η τελευταία θα είχε ήδη αποκτήσει ανταγωνιστικό προβάδισμα στην αγορά και θα είχε επιφέρει πλήγμα στην οικονομική υπόσταση της πρώτης εταιρείας, εκμεταλλευόμενη μία σύμβαση που θα αποδειχθεί ότι ήταν εξαρχής άκυρη. Η κατοχυρωμένη από το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ αποτελεσματική προσωρινή προστασία πραγματώνεται μόνον εάν μπορούν να διαταχθούν πρόσφορα προσωρινά μέτρα που να εμποδίζουν, εωσότου κριθεί η νομιμότητα των πράξεων, την απασχόληση του τραγουδιστή στη νέα εταιρεία και την κυκλοφορία των ηχογραφημάτων του.

Ενόψει των ανωτέρω, ο δικαστής έχει υποχρέωση να αναζητήσει δημιουργικά λύσεις που να εξασφαλίσουν αποτελεσματική προσωρινή δικαστική προστασία. Εφόσον δεν υφίσταται ειδική διαδικασία που να παρέχει παρόμοια προστασία για τις σχετικές διαφορές, επιβάλλεται να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες που του προσφέρει ο ΚΠολΔ και να αξιοποιήσει όλα τα μέσα που είναι σε θέση να εγγυηθούν την αποτελεσματική προσωρινή προστασία. Εντέλει, η προστασία που παρέχει υπό αυτούς τους όρους έχει στέρεο έρεισμα στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ, επιβάλλεται δε από επιταγές τους με σαφές περιεχόμενο και σαφή λειτουργία. Τέτοια μέσα προστασίας μπορεί να είναι ιδίως η κατάσχεση των ηχογραφημάτων του τραγουδιστή με τη δεύτερη εταιρεία και η προσωρινή απαγόρευσή του να απασχοληθεί σε αυτήν.


VII.

Από όσα εκτέθηκαν προκύπτουν τα εξής:

α) Η υποχρέωση τραγουδιστή να συνεχίσει τη σχέση αποκλειστικής συνεργασίας με φωνογραφική εταιρεία και η κατάσχεση των φωνογραφημάτων που ηχογραφεί σε εκτέλεση σύμβασης με άλλη εταιρεία δεν αντίκεινται σε συνταγματικά δικαιώματα, τα οποία - υπό όρους που προφανώς δεν συντρέχουν ενπροκειμένω - θα ήταν δυνατόν να αναπτύξουν τριτενέργεια στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Γι' αυτό ακριβώς η επίκληση και αξιοποίησή τους δεν προσφέρονται ούτε για τη νοηματοδότηση διατάξεων της κοινής νομοθεσίας.

β) Η λήψη προσωρινών μέτρων που συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά αποτελεσματικής προσωρινής δικαστικής προστασίας είναι επιβεβλημένη για να πραγματωθεί το ομόλογο δικαίωμα που εγγυώνται τόσο το Σύνταγμα όσο και η ΕΣΔΑ.


Αθήνα, 16 Νοεμβρίου 2000

αρχή σελίδας